Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

registered bond


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο registered παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: bond
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: registered, register

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
registered adj (officially recorded)καταγεγραμμένος, καταχωρισμένος μτχ πρκ
  (σε λίστα, αρχείο κλπ)εγγεγραμμένος μτχ πρκ
 There was a fall in the number of registered births last year.
registered adj (has legal documents)εγγεγραμμένος, αναγνωρισμένος μτχ πρκ
  (κατ' επέκταση)επίσημος επίθ
 Only registered members of the profession should apply.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
register vi (sign up)εγγράφομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)γράφομαι ρ αμ
 If you'd like to do one of the evening classes on offer, please make sure you register in good time as there aren't many places available.
 Αν θέλετε να παρακολουθήσετε κάποιο από τα βραδινά μαθήματα που προσφέρουμε, παρακαλώ εγγραφείτε εγκαίρως καθώς δεν υπάρχουν πολλές θέσεις.
register for [sth] vi + prep (enrol) (σε κάτι)εγγράφομαι, γράφομαι ρ αμ
  κάνω εγγραφή περίφρ
 Louisa registered for a pottery class at the community center.
 Η Λουίζα εγγράφηκε σε ένα μάθημα κεραμικής στο κοινοτικό κέντρο.
register [sb] vtr (enter formally)καταχωρώ ρ μ
 The president of the organisation registered the new members in the official books.
 Ο πρόεδρος της οργάνωσης καταχώρησε τα νέα μέλη στα επίσημα βιβλία.
register [sth] vtr (record in a log)καταγράφω, καταχωρώ ρ μ
  καταχωρίζω ρ μ
 The office registered all written complaints.
 Το γραφείο καταχωρούσε όλες τις γραπτές διαμαρτυρίες.
register [sb] vtr (enrol: [sb] in school)εγγράφω ρ μ
  γράφω ρ μ
 His parents decided to register him at a different school.
 Οι γονείς του αποφάσισαν να τον γράψουν σε ένα άλλο σχολείο.
register n (cash box)ταμείο ουσ ουδ
 The cashier took my change out of the cash register.
 Ο ταμίας έβγαλε τα ρέστα μου απ' το ταμείο.
register n (record book)μητρώο ουσ ουδ
 The newlyweds signed the register.
 Οι νεόνυμφοι υπέγραψαν στο μητρώο.
register n (ship's document)νηολόγιο ουσ ουδ
 A ship's register often included the name of the master, as well as the home port.
 Το νηολόγιο ενός πλοίου συχνά περιλάμβανε το όνομα του καπετάνιου καθώς και το λιμάνι βάσης του πλοίου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
register n figurative (list)κατάλογος ουσ αρσ
  λίστα ουσ θηλ
 His rude remark added to the register of offences in her mind.
register n (music: range)έκταση φωνής φρ ως ουσ θηλ
 This soprano's register is wider than most.
register n (organ: pipes)σωλήνας ουσ αρσ
  αυλός ουσ αρσ
 If you want less airflow, just close the register a little.
register n (printing: adjustment)ευθυγράμμιση ουσ θηλ
 Press sheets include marks to show the page's register.
register n (language: degree of formality)ύφος ουσ ουδ
  (ζαργκόν: αναφορά σε μετάφραση)register ουσ ουδ άκλ
 Register is an important part of languages that have honorifics systems.
register vi (be understood) (για γεγονός, ενέργεια)γίνεται κατανοητό έκφρ απρ
  (για άτομο)καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι ρ μ
  (καθομ, μεταφορικά)πιάνω ρ μ
 That he had been fired did not register, and he came to work the next day.
 Δεν έγινε κατανοητό ότι τον απέλυσαν και ήρθε για δουλειά την επόμενη μέρα.
 Δεν αντιλήφθηκε ότι τον απέλυσαν και ήρθε για δουλειά την επόμενη μέρα.
register vi (create list of desired items at store)έχω λίστα γάμου περίφρ
 The couple has registered at a large department store, so you can check to see what they want on the store's website.
register [sth] vtr (measurement reading)έχω μέγεθος ρ έκφρ
 The earthquake registered four on the Richter Scale.
register [sth] vtr (printing: adjust)προσαρμόζω ρ μ
 If you don't register the plates, the colours will overlap.
register [sth] vtr (show emotion)εκφράζω, δείχνω ρ μ
  καθρεφτίζω, αντικατοπτρίζω ρ μ
  (μεταφορικά)μαρτυρώ ρ μ
 Charlie's face registered surprise.
register [sth] vtr (image: transform data)μετατρέπω ρ μ
 The program registered the data in the image and now it shows a lot more detail.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
register | registered
ΑγγλικάΕλληνικά
register with [sth] vtr phrasal insep (sign up or enrol with)εγγράφομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 If you wish to vote you must first register with the electoral commission.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
registered | register
ΑγγλικάΕλληνικά
R.N.,
RN
n
initialism (registered nurse)νοσηλευτής, νοσηλεύτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
registered mail (US),
registered post (UK)
n
(insured first-class letters, parcels)συστημένη επιστολή επίθ + ουσ θηλ
  (γράμμα ή πακέτο)συστημένο ουσ ουδ
 We recommend that valuable items be sent by registered mail.
 I'd like to send this parcel by registered post, please.
 Συνιστούμε τα αντικείμενα αξίας να αποστέλλονται ως συστημένη επιστολή.
 Θα ήθελα να στείλω αυτό το πακέτο ως συστημένο, παρακαλώ.
registered nurse n US (fully trained licensed nurse)διπλωματούχος νοσηλευτής, διπλωματούχος νοσηλεύτρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  πιστοποιημένος νοσηλευτής, πιστοποιημένη νοσηλεύτρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία λόγω διαφορετικού συστήματος υγείας.
Registered Nurse,
State registered nurse
n
UK, abbreviation (State Registered Nurse)διπλωματούχος νοσηλευτής, διπλωματούχος νοσηλεύτρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  πιστοποιημένος νοσηλευτής, πιστοποιημένη νοσηλεύτρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία λόγω διαφορετικού συστήματος υγείας.
registered office n (official business address)έδρα ουσ θηλ
registered trademark n (brand name)επωνυμία ουσ θηλ
  (μεταφορικά)σήμα κατατεθέν ουσ ουδ
 Coca Cola is a registered trademark.
registered voter n (person on the electoral register)καταχωρημένος ψηφοφόρος ουσ αρσ
 You cannot vote in a general election unless you are a registered voter.
state registered adj (officially recognised)κρατικά αναγνωρισμένος επίρ + μτχ πρκ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση registered bond στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «registered bond».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!